Υπόθεση Leopold και Loeb: Το πείραμα του τέλειου εγκλήματος – 3


Nathan Leopold and Richard LoebΠροηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Οι ανακρίσεις και οι ομολογίες

Τα κομμάτια του παζλ είχαν αρχίσει να μπαίνουν στη θέση τους. Όλες οι ενδείξεις οδηγούσαν στους δύο φίλους. Η αστυνομία αποφάσισε να καλέσει τους Loeb και Leopold για νέες ανακρίσεις ενώ, ταυτόχρονα, έγινε η κηδεία του Bobby Franks με, σχεδόν, ολόκληρη την πόλη του Chicago να την παρακολουθεί.

Φυσικά, οι γόνοι δυο τόσο εξεχουσών οικογενειών της πόλης δεν θα μπορούσαν να συρθούν για ανάκριση, σαν «κοινοί θνητοί», στο αστυνομικό τμήμα, με τις ορδές των δημοσιογράφων να καραδοκούν έξω και μέσα σ’ αυτό, και ο Crowe ήθελε να τους ανακρίνει αθόρυβα. Έτσι, ο Nathan Leopold, οδηγήθηκε σε ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου LaSalle Hotel, στις 29 Μαΐου του 1924, ώστε να ανακριθεί διακριτικά.

Η αστυνομία είχε φτάσει στο σπίτι του Leopold, νωρίτερα το απόγευμα και λίγο πριν αυτός αρχίσει ένα μάθημα ορνιθολογίας, και τον ρώτησε αν είχε χάσει τα γυαλιά του. Εκείνος απάντησε πως όχι, αλλά δεν ήταν σε θέση να τους τα δείξει και η έρευνα που έγινε στο σπίτι γι αυτά δεν απέδωσε καρπούς.

Ο Leopold αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως τα γυαλιά που είχαν βρεθεί ήταν δικά του, μα δήλωσε πως τα είχε χάσει λίγες μέρες πριν τη δολοφονία του Bobby Franks –και συγκεκριμένα το σαββατοκύριακο 17 ή 18 Μαΐου- όταν είχε πάει στη Wolf Lake, μαζί με δυο άλλα αγόρια, για παρατήρηση πουλιών. Είπε πως κάποια στιγμή παραπάτησε και –πιθανότατα- τα γυαλιά έπεσαν από την τσέπη του χωρίς να τα αντιληφθεί. Ένας από τους βοηθούς του Crowe τοποθέτησε τα γυαλιά στη τσέπη του στήθους του σακακιού του Leopold, όπου συνήθως τα έβαζε, και έγινε αναπαράσταση της σκηνής. Τα γυαλιά δεν έπεσαν και η ανάκριση έγινε εντονότερη.

Όταν ρωτήθηκε για τις κινήσεις του την ημέρα του φόνου έδωσε, αρχικά, αόριστες απαντήσεις. Τελικά παραδέχτηκε πως αυτός και ο φίλος του Richard Loeb είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μαζί τρώγοντας, πίνοντας και ψάχνοντας για πουλιά στο Lincoln Ρark. Μετά το δείπνο συνάντησαν δυο κορίτσια κι έκαναν βόλτα με το αυτοκίνητο του Leopold, για να καταλήξουν στο σπίτι του, όπου βρίσκονταν ο θείος και η θεία του και τους οποίους συνόδεψαν σπίτι τους με το αυτοκίνητο.

Παρόλο που οι λεπτομέρειες που ζητούσαν οι αστυνομικοί αυξάνονταν, ο Leopold διατηρούσε την ηρεμία του και απαντούσε ψύχραιμα. Είχε στην κατοχή του μια γραφομηχανή Hammond Multiplex, η οποία κατασχέθηκε από την αστυνομία, και ήξερε να την χρησιμοποιεί. Παραδέχτηκε πως το ύφος της επιστολής των λύτρων έδειχνε άνθρωπο μορφωμένο. Επίσης παραδέχτηκε πως το κείμενο περιελάμβανε κάποιους νομικούς όρους, αν και δεν θα μπορούσε να υποθέσει ασφαλώς κάποιος πως είχε συνταχθεί από νομικό. Ο Leopold δήλωσε πως δεν γνώριζε την οικογένεια των Franks, αλλά παρακολουθούσε την υπόθεση από ενδιαφέρον, όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι του Chicago. Στη συνέχεια οι ερωτήσεις των αστυνομικών πέρασαν σε πιο προσωπικά θέματα.

Οκτώ συμμαθητές του Bobby στο Harvard School σηκώνουν το φέρετρό του

Είχε κατασχεθεί μέρος της αλληλογραφίας του Leopold, από την οποία προέκυπτε πως επρόκειτο να μεταφράσει το έργο ενός ιταλού συγγραφέα, ο οποίος ασχολούταν με σεξουαλικές ιδιαιτερότητες. Ο Leopold παραδέχτηκε το ενδιαφέρον του αλλά ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είχε σεξουαλική επαφή με τον φίλο του Richard Loeb. Η ανάκρισή του κράτησε μέχρι τις 4 το πρωί και στη συνέχεια οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα για να κοιμηθεί. Δεν γνώριζε ότι ο φίλος του Richard Loeb είχε συλληφθεί ταυτόχρονα με εκείνον και ανακρινόταν σε ένα άλλο δωμάτιο του ξενοδοχείου.

Ο Loeb διηγήθηκε διαφορετικά την ημέρα του φόνου. Είπε πως ήταν με τον Leopold κατά την διάρκεια του απογεύματος, αλλά χωρίστηκαν πριν το δείπνο. Δεν θυμόταν τι έκανε το βράδυ του εγκλήματος.

Κατά την διάρκεια της ανάκρισης, ένας κοινός φίλος των δύο νέων έφερε ένα μήνυμα για τον Loeb, από τον Leopold. Η αστυνομία του εξήγησε πως δεν ήταν δυνατόν να δει τον ανακρινόμενο και του ζήτησε να του γράψει ένα σημείωμα και οι αστυνομικοί θα εξασφάλιζαν πως θα έφτανε στα χέρια του. Το σημείωμα έγραφε: «Το μωρό (ο Leopold) λέει να πεις την αλήθεια για τα δυο κορίτσια. Πες στην αστυνομία τι κάνατε μαζί τους. Δεν γίνεται να βρεθείς περισσότερο μπλεγμένος απ’ ότι είσαι τώρα. Είπε πως θα καταλάβεις». Μετά από αυτήν την εξέλιξη, οι ιστορίες των δύο φίλων ταυτίστηκαν. Ο Loeb απέφυγε να δώσει λεπτομέρειες, λέγοντας πως είχε πιει πολύ και δεν θυμόταν.

Ο Crowe και η ομάδα του άρχισαν να πιστεύουν την ιστορία των νεαρών. Ο εισαγγελέας τους κάλεσε σε ένα λουκούλειο δείπνο, για να τους αποζημιώσει για την «ταλαιπωρία». Στη συνέχεια οι Loeb και Leopold είχαν μια χαλαρή και φιλική συζήτηση με τους δημοσιογράφους. «Δεν κατηγορώ την αστυνομία που με ανέκρινε», δήλωσε ο Leopold στον εκπρόσωπο της Tribune. «Βρισκόμουν στον αγωγό το σαββατοκύριακο πριν βρεθούν τα γυαλιά μου, και το πιθανότερο είναι πως τα έχασα τότε εκεί».

h41k22g
Ο Jacob Franks υποβασταζόμενος από έναν φίλο του

Δυο άλλοι δημοσιογράφοι, που γνώριζαν πως ο Leopold συμμετείχε σε μια ομάδα μελέτης φοιτητών της Νομικής, πήγαν και πήραν συνέντευξη από διάφορα μέλη της. Από τις απαντήσεις του προέκυψε ότι ενώ συνήθως ο Leopold δακτυλογραφούσε τις σημειώσεις του στην Hammond, υπήρξε τουλάχιστον μια φορά που είχε χρησιμοποιήσει μια φορητή γραφομηχανή. Oι δημοσιογράφοι κατάφεραν να αποκτήσουν μερικές σελίδες από αυτές της σημειώσεις και τις συνέκριναν με το σημείωμα των λύτρων: κάποιες από αυτές είχαν δακτυλογραφηθεί στην ίδια γραφομηχανή με το σημείωμα.

Ο Leopold παραδέχτηκε πως είχε χρησιμοποιήσει μια φορητή γραφομηχανή, αλλά ισχυρίστηκε πως δεν του ανήκε. Το σπίτι του ερευνήθηκε εκ νέου, μα δεν βρέθηκε καμία φορητή γραφομηχανή. Ωστόσο, μια από τις καμαριέρες του σπιτιού κατέθεσε πως είχε δει στο σπίτι μια τέτοια, πριν από αρκετές εβδομάδες.

Ο Crowe και η ομάδα του συνέχισαν την έρευνα πιο εντατικά. Στις 31 Μαΐου ανέκριναν τον οδηγό του Leopold, ο οποίος κατέθεσε πως την ημέρα του φόνου έκανε ο ίδιος κάποιες επισκευές στο αυτοκίνητο και στη συνέχεια το έβαλε στο γκαράζ του σπιτιού, όπου και παρέμεινε, τουλάχιστον μέχρι το βράδυ και την ώρα που εκείνος σχόλασε. Oι δυο φίλοι είχαν καταθέσει πως τριγύριζαν με το αυτοκίνητο του Leopold, το απόγευμα και το βράδυ της ημέρας του φόνου.

chicagotribuneheadline27may1924loebΗ αστυνομία τους ανέκρινε εντατικά σε ξεχωριστά δωμάτια. Όταν ο Loeb αντικρούστηκε για το ψέμα με το αυτοκίνητο, ζήτησε να μάθει ποιος τους είχε δώσει αυτήν την πληροφορία και, όταν έμαθε πως επρόκειτο για τον οδηγό του Leopold, έχασε το χρώμα του και ζήτησε να δει τον Crowe. H κατάθεση που έδωσε για τις επόμενες δύο ώρες, αφηγούνταν μια διαφορετική ιστορία.

Στην ουσία η όλη ιστορία της απαγωγής και του φόνου ήταν ένα παιχνίδι που εμπνεύστηκαν οι δυο φοιτητές, ως πνευματική πρόκληση, για να διασκεδάσουν την ανία τους. Απόλαυσαν ιδιαίτερα την ανάπτυξη και επεξεργασία αυτού που ονόμαζαν «το τέλειο έγκλημα», κάτι αντάξιο της ανώτερης διανόησής τους. Η είσπραξη των λύτρων χωρίς να συλληφθούν, αποτελούσε γι αυτούς πολύ δυσκολότερο πρόβλημα από εκείνο της απαγωγής και του φόνου. Μαζί είχαν καταστρώσει διάφορα σχέδια, εξετάζοντας το καθένα ξεχωριστά σε όλες του τις λεπτομέρειες.
Τελικά κατέληξαν στο πλάνο που θα ακολουθούσαν. Θα ζητούσαν από τον πατέρα του παιδιού να πάει σ’ ένα φαρμακείο, κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό. Θα του τηλεφωνούσαν εκεί και θα του ζητούσαν να επιβιβασθεί σε έναν συρμό που θα αναχωρούσε λίγα λεπτά αργότερα, ώστε να μην προλάβει να ειδοποιήσει την αστυνομία. Μέσα στο τραίνο, και σε ένα σημείο που θα του είχαν γνωστοποιήσει κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος, θα έβρισκε ένα σημείωμα με οδηγίες για το σημείο όπου έπρεπε να πετάξει την τσάντα με τα χρήματα από το τραίνο. Εκεί θα περίμεναν αυτοί για να την πάρουν.

Αν και απαγωγή, σε όλες της τις λεπτομέρειες, είχε σχεδιαστεί αρκετούς μήνες πριν, οι Loeb και Leopold είχαν αποφασίσει ότι το θύμα θα το επέλεγαν την ίδια την ημέρα της απαγωγής, αρκεί να προερχόταν από πλούσια οικογένεια η οποία θα μπορούσε να ανταποκριθεί στα λύτρα. Επίσης είχαν καταλήξει πως ήταν προτιμότερο το θύμα να γνώριζε τουλάχιστον τον έναν από τους δύο, ώστε να πειστεί εύκολα να μπει στο αυτοκίνητο. Είχαν προαποφασίσει να δολοφονήσουν το θύμα, οπότε δεν ανησυχούσαν μήπως εκείνο τους κατέδιδε αργότερα.

Θα πήγαιναν με το αυτοκίνητο στο αριστοκρατικό Harvard School και θα επέλεγαν επιτόπου ένα αγόρι που θα ανταποκρινόταν στις «προδιαγραφές» του πλάνου τους. Κάποια στιγμή, την εποχή που κατέστρωναν το σχέδιό τους, είχαν σκεφτεί να απάγουν και να δολοφονήσουν τους πατεράδες ή τους αδελφούς τους, αλλά αποφάσισαν ότι κάτι τέτοιο θα επέφερε εξονυχιστικό έλεγχο –και δικό τους- αν το θύμα ανήκε στα μέλη της οικογένειάς τους.

Είχαν κατανοήσει ότι το θύμα έπρεπε να δολοφονηθεί πολύ γρήγορα, σχεδόν αμέσως μετά την απαγωγή, ώστε να μην ρισκάρουν τυχόν απόδρασή του. Μετά, άμεσα, θα έπρεπε να ξεφορτωθούν το πτώμα. Ο αγωγός στην Wolf Lake ήταν ιδανικός, καθώς βρισκόταν σε απομονωμένο σημείο, αθέατος σχεδόν από τους περαστικούς. Ακόμη και ο ίδιος ο Leopold, παρά τις συχνές του επισκέψεις στην περιοχή για τις ανάγκες της ορνιθολογίας, αγνοούσε την ύπαρξή του. Τέλος, ήταν ένα πολύ βολικό μέρος επειδή, ρίχνοντας το πρώμα στον αγωγό, δεν θα χρειαζόταν να σκάψουν τάφο.

Το να χρησιμοποιήσουν κάποιο από τα δικά τους αυτοκίνητα ήταν εκτός συζήτησης. Αποφάσισαν να νοικιάσουν ένα, χρησιμοποιώντας ψεύτικο όνομα. Επίσης κάλυψαν τις πινακίδες, ώστε να καταστεί ακόμα πιο δύσκολο να το συνδέσει κάποιος μαζί τους.

Το απόγευμα της απαγωγής βρίσκονταν έξω από το σχολείο την ώρα που έφευγαν οι μαθητές. Αφού προβληματίστηκαν για κάμποσους, κατέληξαν στον Bobby Franks, έναν από τους τελευταίους που βγήκαν. Ο Loeb γνώριζε τον Bobby, ο οποίος συχνά πήγαινε στο σπίτι τους για να παίξει τέννις. Τον παρέσυρε να μπει στο αυτοκίνητο με την πρόφαση πως θα του έδειχνε μια καινούργια ρακέτα. Με το που μπήκε το παιδί στο αυτοκίνητο, δέχτηκε ένα χτύπημα με σκαρπέλο στο κεφάλι ενώ, ταυτόχρονα, ένα κομμάτι ύφασμα χώθηκε στο λαρύγγι του, προκαλώντας του ασφυξία. Ακολούθησαν το σχέδιό τους σε όλες του τις λεπτομέρειες κι επέστρεψαν σπίτια τους.

Όταν, την επόμενη ημέρα, διαπίστωσαν ότι ο Jacob Franks δεν εμφανίστηκε στο φαρμακείο, συνειδητοποίησαν ότι το, τόσο προσεκτικά σχεδιασμένο κι εκτελεσμένο σχέδιό τους είχε αποτύχει.

Ο Loeb ολοκλήρωσε την ομολογία του λέγοντας: «Θέλω μόνο να προσθέσω ότι δεν έχω καμία δικαιολογία, αλλά είμαι εντελώς σίγουρος πως ούτε η ιδέα ούτε η πράξη θα είχαν, ποτέ, περάσει από το μυαλό μου, αν δεν είχε υπάρξει η πρόταση και η παρακίνηση του Leopold. Επιπλέον, δεν πιστεύω ότι θα ήμουν ικανός να δολοφονήσω τον Franks».

Όταν ο Leopold ενημερώθηκε για την ομολογία του Loeb, δεν μπορούσε παρά να ομολογήσει κι ο ίδιος. Οι καταθέσεις των δύο δολοφόνων ήταν πανομοιότυπες, με ελάχιστες μικρές διαφορές μα και με μια μεγάλη: ο ένας κατηγορούσε τον άλλον για τον φόνο.

Αρχικά, τόσο η αστυνομία όσο και ο τύπος αποφάσισαν να πιστέψουν τον Loeb και να θεωρήσουν τον Leopold ως την «σατανική ιδιοφυΐα που κυριάρχησε πάνω στον αδύναμο φίλο του».

Για τον εισαγγελέα Crowe αυτά είχαν μικρή σημασία. Σε ό,τι τον αφορούσε, θα καταδικάζονταν και οι δύο σε θάνατο για προμελετημένη απαγωγή και φόνο.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

 

2 σκέψεις σχετικά με το “Υπόθεση Leopold και Loeb: Το πείραμα του τέλειου εγκλήματος – 3”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s